Sokajy:Matoanteny amin'ny teny grika
Fiseho
Ireo lahatsoratra ao amin'ny sokajy "Matoanteny amin'ny teny grika"
Misy pejy 4 313 ato amin'ity ity sokajy ity. Pejy 200 no aseho ato.
(pejy nialoha) (pejy manaraka)Ό
Α
- αβανεύω
- αβανιάζω
- αβαντάρω
- αβαντζάρω
- αβάρα
- αβγαταίνω
- αβγατίζομαι
- αβγατίζω
- αβγοκόβω
- αβδελλιάζω
- αβλεπτώ
- αβροδιαιτώμαι
- αγάλλομαι
- αγόραζα
- αγαθεύω
- αγαθοφέρνω
- αγαλλιάζω
- αγανακτώ
- αγανοϋφαίνω
- αγαντάρω
- αγαπίζω
- αγάπαγα
- αγαπάω
- αγάπησα
- αγαπιόμαστε
- αγαπιέμαι
- αγαπούσα
- αγγέλω
- αγγαρεύομαι
- αγγαρεύτηκα
- αγγαρεύω
- άγγειλα
- αγγελιάζομαι
- αγγέλλομαι
- αγγέλλω
- αγγελοβλέπω
- αγγελοθωρώ
- αγγελοκρούομαι
- αγγελοκρούω
- αγγίζομαι
- αγγίζομε
- αγγίζω
- αγγλίζω
- αγγλόφερα
- αγγλοκρατούμαι
- αγγλοποιώ
- αγγλοφέρνω
- αγγριφίζω
- αγιάζω
- αγιάζομαι
- αγίασα
- αγιογραφώ
- αγιοκατατάσσομαι
- αγιοκατατάσσω
- αγιοποιούμαι
- αγιοποιώ
- αγκώνω
- αγκαζάρομαι
- αγκαζάρω
- αγκαθώνω
- αγκαθιάζω
- αγκαλιάζομαι
- αγκαλιάζω
- αγκαλιάστηκα
- αγκιστρώνομαι
- αγκιστρώνω
- αγκομαχάω
- αγκουσεύω
- αγκριώνω
- αγκυλώνω
- αγκυροβολώ
- αγκωνιάζω
- αγλαΐζω
- αγνίζω
- αγναντεύω
- αγνοούμαι
- αγνοώ
- αγνωμονώ
- αγοράζομαι
- αγοράζω
- αγορεύω
- αγοροφέρνω
- αγουροθερίζω
- αγουροξυπνώ
- αγουροφέρνω
- αγρεύω
- αγριώνω
- αγριεύομαι
- αγριεύω
- αγριοκοιτάζομαι
- αγριοκοιτάζω
- αγριομιλώ
- αγρυπνώ
- αγυρντίζω
- αγχώνομαι
- αγχώνω
- αγωγιάζω
- αγωνιώ
- αγωνίζομαι
- αγωνοθετώ
- αδειάζω
- αδελφώνω
- αδημονώ
- αδιαθετώ
- αδιαφορώ
- αδικήθηκα
- αδικοπραγώ
- αδικούμαι
- αδικώ
- αδολεσχώ
- αδράχνω
- αδρανώ
- αδρανοποιούμαι
- αδρανοποιώ
- αδροπληρώνω
- αδυνατίζω
- αδυνατώ
- αερίζομαι
- αερίζω
- αεριοποιώ
- αεροβατώ
- αεροκοπανίζω
- αερολογώ
- αερομαχώ
- αεροποιώ
- αεροφωτογραφίζομαι
- αεροφωτογραφίζω
- αεροφωτογραφίστηκα
- αεροφωτογραφούμαι
- αηδιάζω
- αηδονολαλώ
- αθανατίζω
- αθεΐζω
- αθετώ
- αθλοθετώ
- αθλούμαι
- αθροίζω
- αθυμώ
- αθωώνομαι
- αθωώνω
- αιδούμαι
- αιθεροβατώ
- αιθριάζω
- αιμάσσω
- αιματοβάφω
- αιματοκυλώ
- αιματοκυλίζω
- αιματώνω
- αιμολύω
- αιμορραγώ
- αιμορροώ
- αινώ
- αίρομαι
- αισθάνομαι
- αισθηματολογώ
- αισθητοποιώ
- αισιοδοξώ
- αισχύνομαι
- αισχροκερδώ
- αισχρολογώ
- αιτιάζομαι
- αιτιώμαι
- αιτιολογώ
- αιτούμαι
- αιτώ
- αιφνιδιάζω
- αιχμαλωτίζω
- αιωρώ
- αιωρούμαι
- ακαματεύω
- ακεραιώνω
- ακινητώ
- ακινητοποιώ
- ακκίζομαι
- ακμάζω
- ακολασταίνω
- ακολουθούμαι
- ακολουθώ